Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Ο Άντερσεν στην Αθήνα





Ο Κόσμος της Αθήνας του 19ου αιώνα ζωντανεύει μέσα από τις περιγραφές του διάσημου Δανού παραμυθά, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Η Μυρτώ Γεωργίου Νίλσεν, στο βιβλίο : Η Ελλάδα του Άντερσεν, μας δίνει μία γεύση από τα Ημερολόγια του.

Ήταν το πρωί της Δευτέρας 22 Μαρτίου 1841 όταν ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ανεβαίνοντας στο κατάστρωμα του Λυκούργου, είδε απέναντί του τον Πειραιά. Ήταν υποχρεωμένος (...) να μείνει στο πλοίο δυο μέρες πριν μπορέσει να αποβιβασθεί.

Η γερμανική εφημερίδα Αλγκεμάινε Ζάιτουγκ είχε αναγγείλει την άφιξη του Δανού ποιητή στην Αθήνα, και επίσημοι είχαν φτάσει στο λιμάνι του Πειραιά για να τον καλωσορίσουν. Εκείνος, ακουμπισμένος στην κουπαστή του πλοίου κι αυτοί, όρθιοι στις μικρές βάρκες που είχαν νοικιάσει, αντάλλαξαν χαιρετισμούς και ευχές (...).

Φτάνοντας από τον Πειραιά, ο Άντερσεν είχε κατεβεί σ' ένα μικρό ξενοδοχείο της οδού Ερμού, το Hotel de Munich, όπου "με 3 φράγκα ημερησίως" του παραχωρούσαν ένα ωραίο δωμάτιο με πρόσψη στο δρόμο (...).

Ο Άντερσεν έμεινε στην Αθήνα ένα μήνα.: επισκέφτηκε τα περισσότερα μνημεία της πόλης και του Πειραιά, έκανε μερικές εκδρομές στα περίχωρα, γνώρισε καινούργιους ανθρώπους. (θαυμαστές του ως επί το πλείστον ) και γενικά χάρηκε την παραμονή του στην Ελλάδα -κι ας παραπονιόταν πού και πού για τις ενοχλήσεις που του προκαλούσε η κλονισμένη του υγεία, δεν μπόρεσαν όμως ούτε αυτές να μειώσουν τον ενθουσιασμό που τον κυρίευε.

Τις πρώτες κιόλας μέρες που πέρασε στην "πόλη της Μινέρβας", όπως αποκαλούσε την Αθήνα, τις αφιέρωσε στα μνημεία που με τόση λαχτάρα περίμενε να επισκεφτεί. "Περπάτησα στην οδό Ερμού" έγραψε στα τετράδιά του "που στη μέση της υψώνεται ένας μεγάλος φοίνικας, και έφτασα στο Θησείο, που είναι ολόκληρο από άσπρο μάρμαρο και μοιάζει με  τους ναούς στη Σικελία, στο Paestum.

Με τη συνηθισμένη παρατηρητικότητά του, ο Άντερσεν σημείωσε ότι ο λεγόμενος φοίνικας, για τη διάσωση του οποίου πάλεψαν (μάταια) πολλοί ντόπιοι και ξένοι οικολόγοι της εποχής, ήταν περιστοιχισμένος από ένα μικρό φράκτη από σανίδες, και αυτό "για να μην το καταστρέψουν οι Έλληνες οδηγοί που, όρθιοι μέσα στα παλιά του αμάξια, τρέχουν σαν να κάλπαζαν σε αγώνες"...

Με συγκίνηση ακολούθησε τα κυκλώπεια τείχη που κατέληγαν στο Βήμα, "απ' όπου μιλούσε ο Δημοσθένης" και τα μονοπάτια που περπατούσαν ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας συζητώντας για την αθανασία. Είδε τη μικρή σπηλιά "όπου λέγεται ότι φυλακίστηκε ο Σωκράτης" και ανέβηκε στον Άρειο Πάγο "όπυ δικάστηκε ο απόστολος Παύλος". Σαν ζαλισμένος από ευτυχία, έβλεπε αυτός ο λάτρης της αρχαιότητας τα όσα είχε μάθει στα βιβλία να είναι τώρα μια απτή πραγματικότητα.

Στο ναό του Θησέα, έσκυψε πάνω στα σκορπισμένα μέσα κι έξω σπασμένα ανάγλυφα, στα μάρμαρα με τις χριστιανικές επιγραφές και τα αναποδογυρισμένα αγάλματα, όλα παραμελημένα μέσα στη σιωπή της πιο τραγικής εγκατάλειψης. (...) Πήγε πιο πέρα και θαύμασε τους κίονες του Ολυμπίου Διός, αυτά τα "υπέροχα ερείπια" όπως αποκάλεσε το ναό που κάποτε είχε 122 κολόνες. "Σε δύο από τους στύλους που ακόμα στέκουν όρθιοι" σημείωσε "ζούσε άλλοτε ένας στυλίτης σ' ένα αξιοπρεπέστατο σπίτι, διώροφο όπως φαίνεται. Στην αψίδα του Αδριανού, πιο κάτω, ζούσε άλλος ένας [ερημίτης]".

Με ευσέβεια, σεβασμό και πραγματικό ενδιαφέρον επισκέφτηκε ο ποιητής όλα τα αξιοθέατα της Αθήνας, τερματίζοντας σχεδόν όλες τις βόλτες στην πόλη με μια επίσκεψη κι ένα προσκύνημα στον Ιερό Βράχο.

Απόσπασμα από το βιβλίο: Η Ελλάδα του Άντερσεν. Από τα ημερολόγια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Μυρτώ Γεωργίου Νίλσεν, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1997

Μοιραστείτε το!!! :)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου